Είναι αλήθεια ότι τόσο η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα όσο και το επερχόμενο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά αντιπροσωπεύουν (ή αναμένεται να εκπροσωπήσουν) «προϊόντα διάσπασης» από τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Δημοκρατία αντίστοιχα.
Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που εμφανίζονται νέοι πολιτικοί σχηματισμοί με αυτόν τον τρόπο. Η πολιτική ιστορία στην Ελλάδα και την Ευρώπη είναι γεμάτη παρόμοια παραδείγματα. Το ίδιο συνέβη και στα τρία κόμματα που κατείχαν την εξουσία από την αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Από την Πολιτική Δεξιά
Τέσσερα κόμματα προερχόμενα από τη Νέα Δημοκρατία έχουν περάσει, σε διάφορα σημεία, στη Βουλή: η ΔΙΑΝΑ του Στεφανόπουλου, η Πολιτική Άνοιξη του Σαμαρά, ο ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες (ΑΝΕΛ) του Καμμένου είναι τα κύρια παραδείγματα αυτού.
Υπήρχαν επίσης άλλοι που είτε δεν μπήκαν στο κοινοβούλιο (όπως η Δημοκρατική Συμπαράταξη της Ντόρας Μπακογιάννη και η Δράση του Στέφανου Μάνου), ανέστειλαν τις εργασίες τους πριν από τις εθνικές εκλογές (όπως το ΚΕΠ του Δημήτρη Αβραμόπουλου), είτε κέρδισαν μόνο έδρες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (όπως το Voice of Reason).
Από την Πολιτική Αριστερά
Μέσα στο ΠΑΣΟΚ σημειώθηκαν διασπάσεις από τα πρώτα του χρόνια (Σοσιαλιστική Πορεία). Μόνο το ΔΗΚΚΙ του Τσοβόλα, ωστόσο, έγινε σημαντική δύναμη, εισερχόμενος στο κοινοβούλιο το 1996. Από την οικονομική κρίση, οι αποσχισθείσες ομάδες έχουν αυξηθεί αλλά εκλογικά ασθενέστερες, παραδείγματα περιλαμβάνουν την Κοινωνική Συμφωνία Κατσέλη και Καστανίδη, το ΚΙΔΗΣΟ του Γιώργου Παπανδρέου και τους Δημοκρατικούς του Ανδρέα Λοβέρδου.
Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, με επίκεντρο την περίοδο μετά την εκλογική του έξαρση το 2012 και ιδιαίτερα το μνημόνιο διάσωσης του 2015, σημειώθηκαν πολλές διασπάσεις. Σε διάφορες εκλογές, ορισμένες παραφυάδες ξεπέρασαν το όριο του 3 τοις εκατό (MeRA25, Freedom Sailing), ενώ άλλες δεν κατάφεραν να κερδίσουν έδρες, όπως η Λαϊκή Ενότητα του Λαφαζάνη.
Μετά την άνοδο του Στέφαλου Κασσελάκη, αναδύθηκε και η Νέα Αριστερά και ο ίδιος ο Κασσελάκης συνέχισε να ιδρύει το δικό του κόμμα (Κίνημα για τη Δημοκρατία/Δημοκρατίες, Προοδευτικό Κέντρο) μετά τη διαγραφή του από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Εξετάζοντας τις ρίζες κάθε διαχωρισμού
Είτε αυτές οι διασπάσεις προέρχονται από απελάσεις και αποχωρήσεις είτε από εθελούσιες αποχωρήσεις, τα κίνητρα πίσω από αυτές ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό.
Μερικές φορές είναι πρωτίστως ιδεολογικά και αφορούν τον ευρύτερο χαρακτήρα του κόμματος. Για παράδειγμα, η στροφή Σημίτη του ΠΑΣΟΚ προς το κέντρο και η κίνηση του Κώστα Καραμανλή της Νέας Δημοκρατίας σε πιο μετριοπαθή έδαφος βοήθησαν να ανοίξει ο δρόμος για την ίδρυση του ΔΗΚΚΙ και του ΛΑΟΣ αντίστοιχα. Άλλες φορές, η διάσπαση επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο θέμα με ιδεολογική βαρύτητα, όπως η διαμάχη για την ονομασία της Μακεδονίας, που οδήγησε στη δημιουργία της Πολιτικής Άνοιξης.
Σε άλλες περιπτώσεις, μια μεγάλη κρίση και ο τρόπος αντιμετώπισής της παίζει ρόλο, όπως συνέβη στα χρόνια των μνημονίων διάσωσης.
Αρκετά συχνά, ωστόσο, οι αιτίες περιλαμβάνουν επίσης προσωπικές αντιπαλότητες για την ηγεσία ή την κατανομή της επιρροής μέσα στο κόμμα.
Τι κοινό μοιράζονται όλοι οι κομματικοί σχηματισμοί
Όποια και αν είναι η προέλευσή τους, τα κόμματα που γεννήθηκαν με αυτόν τον τρόπο στην Ελλάδα μετά το 1974 έχουν, μέχρι στιγμής, τρία κοινά χαρακτηριστικά.
Πρώτον, ανεξάρτητα από τις εκλογικές τους επιδόσεις, απομακρύνουν τους ψηφοφόρους κυρίως από τα «γονικά» κόμματά τους χωρίς ουσιαστικά να τα αντικαθιστούν εκλογικά.
Δεύτερον, τείνουν να είναι βραχύβια πολιτικά, στην καλύτερη περίπτωση επιβιώνουν για μία ή δύο βουλευτικές θητείες.
Τρίτον, δεν εμποδίζουν πάντα το «γονεϊκό» κόμμα να κερδίσει τις εκλογές, όπως συνέβη με τη Νέα Δημοκρατία το 1993. Ο Σημίτης κέρδισε το 1996 και το 2000 παρά το ΔΗΚΚΙ, ο Καραμανλής επανεξελέγη το 2007 παρά το ΛΑΟΣ, ο Σαμαράς ανέβηκε στην κορυφή τον Σεπτέμβριο του 2012. 2015 παρά τη Λαϊκή Ενότητα.
Δεδομένου αυτού του ιστορικού, φαίνεται απίθανο ένα νέο κόμμα Σαμαρά να σπάσει το πολιτικό μοτίβο που έχει δημιουργήσει η ιστορική εμπειρία.
Το ίδιο, ωστόσο, δεν φαίνεται να ισχύει για τον Τσίπρα. Η ΕΛΑΣ, τουλάχιστον προς το παρόν, έχει αντικαταστήσει ουσιαστικά τον ΣΥΡΙΖΑ στις κάλπες, απορροφώντας το μεγαλύτερο μέρος της ψηφοφόρας βάσης του 2023 και πιθανώς και μεγάλο μέρος του στελεχών του. Ένας λόγος μπορεί να είναι ότι αυτή η περίπτωση διαφέρει από τα προηγούμενα παραδείγματα διασπάσεων μετά το 1974. Είναι η πρώτη φορά από το 1974 που ένας πολιτικός με καθεστώς «ιδρυτή» στο δικό του κόμμα επιλέγει να το εγκαταλείψει για να δημιουργήσει ένα άλλο. Τεχνικά, ο Τσίπρας δεν ίδρυσε τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά οδήγησε την ξαφνική εκλογική του άνοδο και τελικά τον δρόμο προς την εξουσία. Ουσιαστικά όρισε το κόμμα στη σύγχρονη μορφή του και τώρα χτίζει ένα νέο που στοχεύει να το διαδεχθεί, εκμεταλλευόμενος την παρατεταμένη παρακμή του ΣΥΡΙΖΑ.
Βοηθήθηκε, σε κάποιο βαθμό, από το ευρύτερο πολιτικό περιβάλλον: αποδυναμωμένα κυβερνώντα κόμματα, απουσία αυστηρού δικομματικού συστήματος, κούφιες κομματικές ταυτότητες, εκλογική αστάθεια και χαμηλή εμπιστοσύνη στους πολιτικούς θεσμούς. Ως αποτέλεσμα, ο ρόλος των μεμονωμένων προσώπων έχει γίνει ισχυρότερος, ακόμη και για έναν πρώην πρωθυπουργό με πρόσφατο πολιτικό παρελθόν που βοήθησε στη διαμόρφωση αυτού του περιβάλλοντος. Το επιχείρημα ότι η αντιπολίτευση στερείται μιας πραγματικής «εναλλακτικής» φαίνεται επίσης να έχει απήχηση σε ένα σημαντικό μέρος του κοινού που στοχεύει.
Μένει να φανεί, όμως, αν αυτές οι συνθήκες είναι αρκετές για να μετατοπιστεί η ισορροπία δυνάμεων, διαχρονικά, τόσο εντός όσο και εκτός της ευρύτερης ελληνικής αριστεράς.
Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών από το Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκει στο Τμήμα Επικοινωνίας και Σπουδών ΜΜΕ στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.



![[Podcasts] Το Grandes Gueules du Sport της 19ης Ιουλίου](https://images.bfmtv.com/4xgzIeE8V5VrDPHWF3fVVe0tgjI=/0x0:12000x6280/1200x0/images/image_composition_EN-202607190188.jpg)


