Στη συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ) στις 23 Μαρτίου 2026, ελήφθη απόφαση η σημασία της οποίας θα φανεί το επόμενο διάστημα. Για πρώτη φορά ενεργοποιήθηκε η διάταξη ότι κάθε σύμβαση αγοράς οπλικών συστημάτων από την Ελλάδα πρέπει, στο πλαίσιο της συμφωνίας, να διαθέσει το 25% της εργασίας στην εγχώρια παραγωγή ελληνικών αμυντικών εταιρειών. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα ζητά η περαιτέρω υποστήριξη να πραγματοποιηθεί στο εσωτερικό και όχι στο εξωτερικό.
Η απόφαση να ενσωματωθούν εταιρείες από το ελληνικό αμυντικό οικοσύστημα στη γραμμή παραγωγής των οπλικών συστημάτων που αγοράζει η χώρα δεν είναι νέα. Βρίσκεται υπό εξέταση εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο, αποτελώντας μέρος ενός κεντρικού σχεδίου υπό την ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με το πλαίσιο SAFE και το ReArm EU (συνολικής αξίας €800 δις) να χρησιμεύουν ως αφετηρία του.
Εφαρμογή στην Πράξη
Από το 2022 και με επιστολή της Naval Group (φρεγάτες Belharra), της Thales (ηλεκτρονικά συστήματα) και της MBDA (όπλα) προς τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, οι τρεις εταιρείες δεσμεύτηκαν να αναθέσουν το 15% της εργασίας σε ελληνικές εταιρείες. Για την τέταρτη φρεγάτα, η σύμβαση περιλαμβάνει επίσημα ρήτρα που ορίζει 25% εργασία για τις ελληνικές αμυντικές βιομηχανίες.
Μάλιστα, εντός των επόμενων ημερών, σύμφωνα με Εκείνο το Βήμαθα πραγματοποιηθεί σύσκεψη στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας για να διασφαλιστεί ότι οι μετρήσιμοι στόχοι που τέθηκαν για την τέταρτη φρεγάτα θα παραμείνουν εντός χρονοδιαγραμμάτων και εντός του συμφωνηθέντος πλαισίου. Πριν από ένα χρόνο, ο υπουργός Άμυνας Νίκος Δένδιας έδωσε εντολή στη Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Επενδύσεων και Εξοπλισμών (ΓΑΔΑ) να επισπεύσει τη διαδικασία.
Ο Αρχηγός της ΓΓΔΑΥ, Αντιστράτηγος Ιωάννης Μπούρας, μιλώντας σε εκδήλωση της Ένωσης Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ), τόνισε ότι «η ΓΕΔΑΥ έχει ήδη συγκροτήσει ειδική ομάδα παρακολούθησης συμβάσεων, με στόχο τη διασφάλιση της εφαρμογής αυτής της διάταξης τόσο στις κύριες συμφωνίες όσο και στη συνέχεια του προγράμματος». συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ΣΕΚΠΥ Τάσος Ροζόλης πιστεύει ότι «το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο το ποσοστό, αλλά η αποτελεσματική εφαρμογή του. Απαιτείται σαφές θεσμικό πλαίσιο, διαφάνεια στον υπολογισμό της εγχώριας προστιθέμενης αξίας και μηχανισμοί ελέγχου που διασφαλίζουν ότι η συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας είναι πραγματική και όχι απλώς τυπική».
Σε αυτόν τον τομέα, η χώρα «σύμφωνα με στρατιωτικές πηγές» καλύπτεται, παρόλο που δεν υπάρχει ακόμη νομοθεσία που να ορίζει ρητά ως συμβατική απαίτηση ένα ελάχιστο ποσοστό εγχώριας παραγωγής. Οι ίδιες πηγές εξηγούν ότι η απουσία επίσημου νομικού πλαισίου δεν εμποδίζει την επίτευξη συμφωνιών, όπως φαίνεται στην περίπτωση της τέταρτης φρεγάτας Belharra. Ήταν κατηγορηματικοί ότι η Ελλάδα απαιτεί το μερίδιο 25% σε κάθε διαπραγμάτευση και ότι στη συνέχεια περιλαμβάνεται στη σύμβαση.
Πώς μπορεί όμως μια χώρα με σημαντική παρουσία στις αγορές αμυντικών προμηθειών, αλλά μια σχετικά περιορισμένη εγχώρια βιομηχανική βάση, να το πετύχει;
Το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας (HCDI) θα μπορούσε να παίξει ρόλο. Ο διευθύνων σύμβουλός της, Παντελής Τζωρτζάκης, σημείωσε ότι το 2025 «περισσότερες από 400 ελληνικές εταιρείες εκδήλωσαν ενδιαφέρον να διαμορφώσουν την επόμενη μέρα του αμυντικού τομέα της χώρας».
Ο Υπουργός Δένδιας έχει ζητήσει επίσημα εδώ και καιρό τη συμμετοχή ελληνικών φορέων, συμπεριλαμβανομένων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και εταιρειών, μέσω του GDDIA, με παράλληλο στόχο την ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Το HCDI εισέρχεται στην εξίσωση ως καταλύτης ενθαρρύνοντας τις ελληνικές εταιρείες να αναπτύξουν και να εξάγουν τα δικά τους συστήματα, με το ελληνικό κράτος να διατηρεί τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (ΔΙ) και να δημιουργεί μακροπρόθεσμα κέρδη μέσω των πωλήσεων. Πριν από λίγες ημέρες, δημοσίευσε το «Ατζέντα Έργου» του 2026: τα προτεινόμενα έργα υπό αξιολόγηση περιλαμβάνουν τεχνολογίες όπως πυρομαχικά περιπλανώμενων (NATO Class I) για υποστήριξη τακτικών χερσαίων επιχειρήσεων, μη επανδρωμένα υποβρύχια οχήματα (UUV) για αποστολές ISR και I&W, αναχαιτιστικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη UAV και άλλα.
Επιστρέφουμε λοιπόν στο κεντρικό ερώτημα: πώς μπορούν να επωφεληθούν από αυτή την απόφαση οι ελληνικές αμυντικές εταιρείες «μεγάλες και μικρές»; Και θα είναι σημαντικό το όφελος;
Μόλις το περασμένο καλοκαίρι, ο υπουργός Άμυνας είπε στη Βουλή ότι «η εγχώρια αμυντική βιομηχανία συνεισφέρει μόλις 0,6% στο ΑΕΠ, ενώ εμείς ξοδεύουμε πάνω από 3% στην άμυνα». Νωρίτερα, μιλώντας στην Έκθεση Άμυνας και Ασφάλειας DEFEA 2025, ξεκαθάρισε ότι υπάρχουν τομείς όπου η ελληνική βιομηχανία μπορεί να φτάσει ακόμη και το 100% συμμετοχή, όχι μόνο χαμηλότερο το 25%. «Αλλά κατά μέσο όρο, αυτός είναι ο στόχος μας: 25%,» τόνισε.
Επί του παρόντος βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις μεταξύ της GDDIA και των ισραηλινών εταιρειών που θα συμμετάσχουν στο πρόγραμμα «Ασπίδα του Αχιλλέα», ένα έργο ύψους 3 δισεκατομμυρίων ευρώ. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, το μερίδιο συμμετοχής των εγχώριων εταιρειών θα μπορούσε να ξεπεράσει το 30%. Αυτό θα σήμαινε έσοδα 900 εκατομμυρίων ευρώ για τις ελληνικές επιχειρήσεις, καθώς και μεταφορά τεχνολογίας.
Γραμμές Παραγωγής
«Αυτό που είναι κρίσιμο για τη χώρα είναι να μην μείνει στάσιμη», παρατηρεί ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ONEX Πάνος Ξενοκώστας. «Ο πραγματικός στόχος», προσθέτει, «πρέπει να είναι η σταδιακή μετάβαση σε πολύ υψηλότερο ποσοστό εγχώριας βιομηχανικής συμμετοχής και προστιθέμενης αξίας, με γραμμές παραγωγής για την Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή».
Ομοίως, ο εκτελεστικός διευθυντής της Ελληνικής Αεροδιαστημικής Βιομηχανίας (ΕΑΒ), Αλέξανδρος Διακόπουλος, σημειώνει ότι «μέσα από τέτοιες συνεργασίες δημιουργούνται προϋποθέσεις για μεταφορά τεχνολογίας και ανάπτυξη νέων δυνατοτήτων. Η πλήρης επιχειρησιακή χρήση του συστήματος «Centaurus» σε συνεχείς επιχειρήσεις, είναι ένα ζωντανό παράδειγμα που η HAI» και κατ’ επέκταση η εγχώρια αμυντική βιομηχανία» όχι μόνο θέλει αλλά μπορεί να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο όποτε το απαιτούν οι συνθήκες.
Ένας συμπληρωματικός αλλά κρίσιμος παράγοντας αυτής της νέας πολιτικής είναι η διασφάλιση ότι θα πραγματοποιηθούν αναβαθμίσεις και επισκευές στην Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση, το διακύβευμα της εγχώριας βιομηχανικής συμμετοχής είναι τεράστιας σημασίας για τη χώρα. Στο Ελληνικό Ενιαίο Μακροπρόθεσμο Πρόγραμμα Προμηθειών Άμυνας (2025-2037), οι προβλεπόμενες δαπάνες αγγίζουν τα €25-28 δις. Εάν εφαρμοστεί η απαίτηση συμμετοχής του 25%, αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί σε 8 δισ. ευρώ σε έσοδα για τις ελληνικές αμυντικές εταιρείες τα επόμενα 12 χρόνια.
Εκεί θα φανεί αν η Ελλάδα μπορεί να ενταχθεί στην ομάδα των παικτών με ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής αμυντικής αρχιτεκτονικής.







