Αρχική Ελλάδα Τράπεζα της Ελλάδος – Ετήσια Έκθεση Διοικητή 2025

Τράπεζα της Ελλάδος – Ετήσια Έκθεση Διοικητή 2025

17
0

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΕΝΤΟΣ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΑΒΕΒΑΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΟΧΕΙΩΝ ΣΟΚ.

Ομιλία από Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας στην Ετήσια Γενική Συνέλευση των Μετόχων

Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με ένα αρνητικό σοκ. Η πρόσφατη στρατιωτική κλιμάκωση στην Μέση Ανατολή προκαλεί σοβαρές διαταραχές στις αγορές ενέργειας και στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, με δυσμενείς επιπτώσεις τόσο στην ανάπτυξη όσο και στον πληθωρισμό. Αυτά είναι πιθανό να επιδεινωθούν εάν η κρίση παραταθεί ή εξαπλωθεί σε ολόκληρη την περιοχή. Σε αυτό το πλαίσιο, το ισοζύγιο κινδύνων για την παγκόσμια οικονομία και την οικονομία της ζώνης του ευρώ έχει επιδεινωθεί σημαντικά.

Σε αυτό το αβέβαιο, περίπλοκο και ασταθές διεθνές περιβάλλον, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε πολύ ισχυρότερη θέση από ό,τι στο παρελθόν.

Τα τελευταία χρόνια ενίσχυσε την ανθεκτικότητά της, χάρη στη βελτίωση των θεμελιωδών της μεγεθών, την εδραίωση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και της προόδου στον τραπεζικό τομέα.

Αυτή η ανθεκτικότητα είναι μια κρίσιμη κληρονομιά για την ελληνική οικονομία, η οποία πρέπει πλέον να λειτουργεί σε μια νέα κανονικότητα αυξημένης αβεβαιότητας και διαδοχικών κραδασμών. Ωστόσο, δεν επιτρέπει εφησυχασμό, καθώς οι εξωτερικοί κίνδυνοι παραμένουν υψηλοί και οι εσωτερικές προκλήσεις εξακολουθούν να είναι σημαντικές.

Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, αξίζει να επανεξεταστούν οι ευρωπαϊκές και εγχώριες οικονομικές εξελίξεις το 2025, προκειμένου να κατανοηθούν καλύτερα οι συνθήκες υπό τις οποίες η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε αυτή τη νέα περίοδο αβεβαιότητας.

Η οικονομία της ζώνης του ευρώ έδειξε ανθεκτικότητα το 2025, με την ανάπτυξη να επιταχύνεται στο 1,4%, παρά τις αντίξοες παγκόσμιες συνθήκες.

Η οικονομική δραστηριότητα υποστηρίχθηκε κυρίως από την ανάκαμψη των επενδύσεων και την ισχυρότερη ιδιωτική κατανάλωση.

Ειδικότερα, οι επενδύσεις (ιδιαίτερα στην άμυνα και τις υποδομές) ωφελήθηκαν από τη βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης και το ισχυρότερο οικονομικό κλίμα.

Ταυτόχρονα, η ιδιωτική κατανάλωση υποστηρίχθηκε από την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και διατήρησε υψηλά επίπεδα απασχόλησης.

Αντίθετα, οι καθαρές εξαγωγές συνέβαλαν αρνητικά, αντανακλώντας τις αδυναμίες της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, την υποτονική εξωτερική ζήτηση, τον αντίκτυπο των εμπορικών εντάσεων και την ανατίμηση του ευρώ.

Στο μέτωπο των τιμών, ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ υποχώρησε περαιτέρω το 2025, σε επίπεδα σύμφωνα με της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μεσοπρόθεσμο στόχο.

Ο συνολικός πληθωρισμός υποχώρησε στο 2,1%, αντανακλώντας κυρίως τη σταδιακή χαλάρωση των μισθολογικών πιέσεων, την ενίσχυση της παραγωγικότητας της εργασίας, την ανατίμηση του ευρώ και τις χαμηλότερες τιμές της ενέργειας κατά τη διάρκεια του έτους.

Ο δομικός πληθωρισμός μειώθηκε στο 2,4%, κυρίως λόγω του χαμηλότερου πληθωρισμού των υπηρεσιών.

Ταυτόχρονα, οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό παρέμειναν σε επίπεδα που συνάδουν με τη σταθερότητα των τιμών, δηλαδή τον μεσοπρόθεσμο στόχο για τον πληθωρισμό 2%.

Σε αυτό το πλαίσιο, η νομισματική πολιτική του Ευρωσυστήματος το 2025 έγινε σταδιακά λιγότερο περιοριστική.

Οι μειώσεις των βασικών επιτοκίων, που είχαν ξεκινήσει το Ιούνιος 2024συνεχίστηκε το πρώτο εξάμηνο του 2025, προσθέτοντας σωρευτική πτώση 200 μονάδων βάσης έως τον Ιούνιο.

Από Ιούλιος 2025το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ διατήρησε αμετάβλητο το βασικό της επιτόκιο στο 2%, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πληθωρισμός έχει συγκλίνει προς τον στόχο και ότι οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές του παραμένουν αμετάβλητες.

Οι εξελίξεις αυτές καθορίζουν το ευρύτερο λειτουργικό πλαίσιο της ελληνικής οικονομίας, η οποία διατήρησε τη θετική της δυναμική το 2025.

Η ανάπτυξη παρέμεινε στο 2,1%, ξεπερνώντας τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ για πέμπτη συνεχή χρονιά.

Αξίζει να σημειωθεί η ποιοτική βελτίωση στη σύνθεση της ανάπτυξης, καθώς η συμβολή των επενδύσεων ξεπέρασε αυτή της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Οι επενδύσεις συνέχισαν να αυξάνονται, με τον δείκτη επενδύσεων προς το ΑΕΠ να φτάνει σε υψηλό 16 ετών, συμβάλλοντας έτσι στο σταδιακό κλείσιμο του επενδυτικού χάσματος της προηγούμενης περιόδου.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι οι παραγωγικές επενδύσεις (εκτός των κατασκευών) ως ποσοστό του ΑΕΠ έφτασαν στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 30 ετών, εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με την αύξηση της παραγωγικότητας και τη σταδιακή εξισορρόπηση της οικονομίας προς ένα μοντέλο ανάπτυξης περισσότερο με γνώμονα τις επενδύσεις.

Η ιδιωτική κατανάλωση συνέχισε να αυξάνεται, υποστηριζόμενη από την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και τη βελτίωση των συνθηκών της αγοράς εργασίας.

Θετική ήταν και η συμβολή του εξωτερικού τομέα, με τις εξαγωγές αγαθών να έφτασαν σε υψηλό τριετίας.

Όσον αφορά τις τιμές, τόσο ο μετρητής όσο και ο βασικός πληθωρισμός παρέμειναν κοντά στα επίπεδα του 2024, στο 2,9% και στο 3,6% αντίστοιχα.

Η προηγούμενη διαδικασία αποπληθωρισμού αποδυναμώθηκε σημαντικά, κυρίως λόγω του επίμονου πληθωρισμού των υπηρεσιών.

Η μεγάλη διαφορά πληθωρισμού μεταξύ Ελλάδα και ο μέσος όρος της ζώνης του ευρώ αντικατοπτρίζει, μεταξύ άλλων, το θετικό παραγωγικό κενό της ελληνικής οικονομίας -δηλαδή το γεγονός ότι η οικονομία αναπτύσσεται πάνω από το δυναμικό, ασκώντας ανοδική πίεση στις τιμές.

Η αγορά εργασίας παρέμεινε ισχυρή το 2025, με το ποσοστό ανεργίας να υποχωρεί σε χαμηλό 16 ετών στο 8,9%.

Ταυτόχρονα, το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό αυξήθηκε περαιτέρω – ιδιαίτερα μεταξύ των νέων και των γυναικών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανεργία των γυναικών έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ η ανεργία των νέων (η οποία είχε εκτιναχθεί κατά την κρίση) πλησιάζει πλέον τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, έχοντας σημειώσει εντυπωσιακή πτώση τα τελευταία χρόνια.

Επίσης, η στενότητα της αγοράς εργασίας έδειξε σημάδια σταδιακής χαλάρωσης, αν και παρέμεινε αυξημένη σε σύγκριση με την προ πανδημίας περίοδο.

Συνολικά, αυτές οι εξελίξεις δείχνουν ότι η οικονομική ανάκαμψη των τελευταίων ετών συνοδεύτηκε από σημαντική δημιουργία θέσεων εργασίας, αντανακλώντας τον αντίκτυπο των μεταρρυθμίσεων που ενίσχυσαν τη λειτουργία και την ευελιξία της αγοράς εργασίας.

Μικτή εικόνα παρουσίασε η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Από τη μία πλευρά, η ανατίμηση του ευρώ είχε αρνητικό αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα των τιμών, περισσότερο από αντιστάθμιση του οφέλους από τη μικρότερη αύξηση των σχετικών τιμών έναντι των εμπορικών εταίρων.

Από την άλλη πλευρά, η ανταγωνιστικότητα ως προς το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος βελτιώθηκε, καθώς η αύξηση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος ήταν κάτω από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, ενώ η αύξηση της παραγωγικότητας ήταν συγκριτικά ισχυρότερη.

Ωστόσο, όσον αφορά τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα, της Ελλάδας η θέση παρέμεινε σχετικά αδύναμη. Έχει σημειωθεί πρόοδος σε τομείς όπως το φορολογικό πλαίσιο, η λειτουργία του δικαστικού συστήματος και η έναρξη μιας επιχείρησης. Αντίθετα, οι αδυναμίες σε κρίσιμους τομείς – όπως η καινοτομία, η ταχύτητα των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών, οι ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό και το ενεργειακό κόστος για τις επιχειρήσεις – παραμένουν τροχοπέδη για τη βελτίωση της κατάταξης της χώρας στους διεθνείς σύνθετους δείκτες.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε σημαντικά στο 5,7% του ΑΕΠ, αλλά παραμένει αυξημένο. Αυτό ήταν κυρίως αποτέλεσμα του χαμηλότερου ελλείμματος πετρελαίου και της συνεχιζόμενης ισχυρής τουριστικής απόδοσης, με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις να έφτασαν σε νέο υψηλό.

Οι άμεσες ξένες επενδύσεις διατήρησαν την ανοδική τους πορεία, φθάνοντας στο ιστορικό υψηλό όλων των εποχών 12 δισ. ευρώ (περίπου 5% του ΑΕΠ).

Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τόσο τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος όσο και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, ιδιαίτερα μετά τις διαδοχικές αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας.

Όσον αφορά τις δημοσιονομικές εξελίξεις, οι οποίες είναι καθοριστικές για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης της αγοράς και της συνολικής οικονομικής σταθερότητας, η θετική δυναμική των τελευταίων ετών συνεχίστηκε και το 2025.

Η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων σε σχέση με τους στόχους του προϋπολογισμού αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης ως αποτέλεσμα των μέτρων για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.

Αυτό επέτρεψε τη χρηματοδότηση πρόσθετων μόνιμων δημόσιων δαπανών, τόσο για επενδύσεις όσο και για τη στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

Σύμφωνα με Τράπεζα της Ελλάδος Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το πρωτογενές πλεόνασμα για το 2025 αναμένεται να διαμορφωθεί στο 4,4% του ΑΕΠ, ξεπερνώντας και πάλι τους δημοσιονομικούς στόχους.

Παράλληλα, το συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο εκτιμάται ότι θα παραμείνει πλεονασματικό, διαμορφώνοντας Ελλάδα μία από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες με πλεόνασμα του προϋπολογισμού της γενικής κυβέρνησης για δεύτερη συνεχή χρονιά.

Αυτά τα αποτελέσματα αποτελούν σαφή ένδειξη υπεύθυνης δημοσιονομικής πολιτικής και ενισχύουν περαιτέρω την αξιοπιστία της χώρας.

Το δημόσιο χρέος συνεχίζει να μειώνεται ραγδαία, τόσο ως ποσοστό του ΑΕΠ όσο και σε ονομαστικούς όρους.

Σύμφωνα με Τράπεζα της Ελλάδος Σύμφωνα με εκτιμήσεις, αναμένεται να έχει μειωθεί το 2025 κατά περίπου 8 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έναντι του 2024, φτάνοντας στο 146% του ΑΕΠ, το χαμηλότερο επίπεδό του από το 2010.

Το ευνοϊκό προφίλ του δημόσιου χρέους και η ενεργή διαχείρισή του τα τελευταία χρόνια – συμπεριλαμβανομένων των πρόωρων αποπληρωμών – ενίσχυσαν τη βιωσιμότητά του και, σε συνδυασμό με τα υψηλά ταμειακά αποθέματα, περιορίζουν την έκθεσή του σε βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις της αγοράς.

Η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας αντανακλάται όχι μόνο στις αναπτυξιακές επιδόσεις και στα δημόσια οικονομικά, αλλά και στη σημαντική πρόοδο που σημειώθηκε στον τραπεζικό τομέα.

Τα επιτόκια τραπεζικών δανείων συνέχισαν να μειώνονται σε όλες τις κατηγορίες δανείων, αντανακλώντας τις μειώσεις των βασικών επιτοκίων και τη σταδιακή εξομάλυνση των συνθηκών χρηματοδότησης.

Η μείωση του κόστους δανεισμού ήταν πιο έντονη στα επιχειρηματικά δάνεια, υποστηρίζοντας έτσι τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και την επενδυτική δραστηριότητα.

Για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αν και το κόστος δανεισμού παρέμεινε σχετικά υψηλότερο, οι πραγματικές συνθήκες χρηματοδότησης ήταν πιο ευνοϊκές, χάρη στη συμβολή των χρηματοοικονομικών μέσων του Όμιλος Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεωντο Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και το RRF.

Τα νοικοκυριά είδαν επίσης βελτιωμένες συνθήκες χρηματοδότησης, ιδίως για στεγαστικά δάνεια, με πρόσθετη στήριξη που παρέχεται από ειδικά χρηματοδοτικά προγράμματα.

Τα επιτόκια των καταθέσεων μειώθηκαν επίσης, αν και όχι ομοιόμορφα μεταξύ των διαφόρων τύπων καταθέσεων.

Όσον αφορά τις προθεσμιακές καταθέσεις, η πτώση ακολούθησε τις μειώσεις των βασικών επιτοκίων, με ταχύτερη προσαρμογή στην περίπτωση των επιχειρήσεων και πιο περιορισμένη προσαρμογή στην περίπτωση των νοικοκυριών.

Αντίθετα, για τις καταθέσεις μίας ημέρας, τα επιτόκια παρέμειναν σε γενικές γραμμές αμετάβλητα σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Ο ετήσιος ρυθμός πιστωτικής επέκτασης προς τον ιδιωτικό τομέα συνολικά υποχώρησε το 2025, αλλά παρέμεινε υψηλότερος από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Αυτό οφειλόταν κυρίως στην ασθενέστερη αύξηση της χρηματοδότησης σε επιχειρήσεις και ατομικές επιχειρήσεις.

Από την άλλη πλευρά, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, σημειώθηκε επέκταση της τραπεζικής πίστης προς τα νοικοκυριά. Αυτό αντανακλά τόσο την ενίσχυση της καταναλωτικής πίστης όσο και τη σταδιακή ανάκαμψη της στεγαστικής πίστης.

Οι τραπεζικές καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα κατέγραψαν άλλη μια αξιοσημείωτη αύξηση το 2025, σημειώνοντας ταχύτερη αύξηση σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Συνολικά, οι καταθέσεις αυξήθηκαν 10,4 δισ. ευρώμε το συνολικό υπόλοιπο τους να φτάνει σε υψηλό μετά το 2010 213 δισ. ευρώ.

Η αύξηση των καταθέσεων προήλθε σχεδόν εξίσου από επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αντανακλώντας τις βελτιωμένες οικονομικές συνθήκες και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης.

Οι ελληνικές τράπεζες διατήρησαν τις ισχυρές επιδόσεις τους και βελτίωσαν τα θεμελιώδη μεγέθη τους, παρά την αυξανόμενη παγκόσμια αβεβαιότητα.

Η κερδοφορία βελτιώθηκε περαιτέρω, κυρίως λόγω της πιστωτικής επέκτασης, των υψηλότερων εσόδων από προμήθειες και των χαμηλότερων προβλέψεων για ζημίες δανείων.

Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας παρέμειναν υψηλοί και έχουν πλέον συγκλίνει σε μεγάλο βαθμό με τους ευρωπαϊκούς δείκτες.

Οι δείκτες ρευστότητας παρέμειναν ιδιαίτερα ισχυροί, σε επίπεδα πάνω από τις εποπτικές απαιτήσεις και τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ.

Η ποιότητα του χαρτοφυλακίου δανείων βελτιώθηκε περαιτέρω, με τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα να συνεχίζουν να μειώνονται και να συγκλίνουν προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η πρόοδος αυτή αντικατοπτρίστηκε και στις διαδοχικές αναβαθμίσεις πιστοληπτικής ικανότητας των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες βρίσκονται πλέον εντός περιοχής επενδυτικής βαθμίδας, ενισχύοντας περαιτέρω την εμπιστοσύνη στον χρηματοπιστωτικό τομέα της χώρας.

Επιπλέον, οι βελτιωμένες επιδόσεις μεταξύ λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων (συμπεριλαμβανομένων των συνεταιριστικών τραπεζών) ενίσχυσαν τον ανταγωνισμό και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ενώ υποστηρίζουν επίσης τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Τέλος, τα αποτελέσματα των τεστ αντοχής σε επίπεδο ΕΕ επιβεβαίωσαν την ανθεκτικότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ακόμη και σε δυσμενή σενάρια.

Συνολικά, όλες αυτές οι εξελίξεις αντικατοπτρίζουν τη θέση εκκίνησης της ελληνικής οικονομίας σε αυτή τη νέα περίοδο αυξημένης παγκόσμιας αβεβαιότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, θα ήθελα τώρα να περιγράψω εν συντομία το της Τράπεζας της Ελλάδος προβλέψεις για την επόμενη περίοδο.

Σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1,9% το 2026, κυρίως λόγω της συγκράτησης της αύξησης της κατανάλωσης και της αρνητικής συμβολής του εξωτερικού τομέα.

Ομοίως, σημαντική επιβράδυνση προβλέπεται και για την οικονομία της ζώνης του ευρώ, με την ανάπτυξη να πέφτει στο 0,9% (από 1,4% το 2025) λόγω των επιπτώσεων του πολέμου στην Μέση Ανατολήαυξήθηκε η αβεβαιότητα και οι διαταραχές στην αγορά ενέργειας, που αυξάνουν τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού.

Παρά τον ασθενέστερο ρυθμό ανάπτυξης, η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να επεκτείνεται ταχύτερα από τη ζώνη του ευρώ, επιβεβαιώνοντας την ενισχυμένη ανθεκτικότητά της και παραμένοντας σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης.

Οι επενδύσεις αναμένεται να παραμείνουν ο κύριος μοχλός ανάπτυξης, υποστηριζόμενες από το RRF, την πιστωτική επέκταση και τις άμεσες ξένες επενδύσεις.

Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να συνεχίσει να αυξάνεται, υποστηριζόμενη από την υψηλότερη απασχόληση, τους μισθούς και το διαθέσιμο εισόδημα, αν και με κάπως πιο ήπιο ρυθμό από ό,τι το προηγούμενο έτος.

Όσον αφορά την αγορά εργασίας, οι προοπτικές παραμένουν ευνοϊκές, με προβλεπόμενη περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης και μείωση του ποσοστού ανεργίας στο 8,2%.

Η διαδικασία αποπληθωρισμού αναμένεται να σταματήσει το 2026, λόγω της αναζωπύρωσης των εξωγενών πιέσεων κόστους από τις διεθνείς αγορές ενέργειας.

Ο συνολικός πληθωρισμός προβλέπεται να ανέλθει στο 3,1% και να παραμείνει πάνω από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ.

Αντίθετα, ο δομικός πληθωρισμός αναμένεται να συνεχίσει να υποχωρεί, υποχωρώντας στο 3,0%, ως αποτέλεσμα της σταδιακής μείωσης του πληθωρισμού των υπηρεσιών.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν αναμένεται να βελτιωθεί περαιτέρω το 2026, καθώς θα επηρεαστεί από αντισταθμιστικές δυνάμεις στο εξωτερικό περιβάλλον.

Από τη μία πλευρά, οι εξαγωγές αγαθών, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις, οι εισροές ευρωπαϊκών κεφαλαίων και οι άμεσες ξένες επενδύσεις αναμένεται να στηρίξουν τη συνολική εξωτερική θέση της οικονομίας.

Από την άλλη πλευρά, οι υψηλότερες διεθνείς τιμές ενέργειας, οι αυξανόμενες εισαγωγές επενδυτικών αγαθών και οι ανανεωμένες πληθωριστικές πιέσεις αναμένεται να επηρεάσουν το εμπορικό ισοζύγιο.

Οι εξελίξεις της εξωτερικής ισορροπίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση των συγκρούσεων στο Μέση Ανατολήκαθώς και τον αντίκτυπό τους στην παγκόσμια ζήτηση, τον τουρισμό και τις διεθνείς τιμές ενέργειας.

Σε κάθε περίπτωση, το επίμονο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να παραμείνει η βασική πηγή ευπάθειας για την ελληνική οικονομία το 2026.

Στο δημοσιονομικό μέτωπο, η ισχυρή διαρθρωτική θέση της χώρας παρέχει μεγαλύτερη ευελιξία για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της νέας κρίσης, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα.

Η σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή των προηγούμενων ετών, σε συνδυασμό με τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και την ταχεία μείωση του χρέους, ενίσχυσαν την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής.

Το ευνοϊκό προφίλ του δημόσιου χρέους και τα υψηλά ταμειακά αποθέματα ενεργούν ως πρόσθετη ασπίδα έναντι πιθανών αναταράξεων στις χρηματοοικονομικές συνθήκες.

Τα δημοσιονομικά μεγέθη προβλέπεται να παραμείνουν υγιή και το 2026, με υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα (περίπου 3,2% του ΑΕΠ) και οριακό πλεόνασμα του προϋπολογισμού της γενικής κυβέρνησης, ενώ το δημόσιο χρέος αναμένεται να διατηρήσει την πτωτική του τροχιά.

Η προοπτική για την της ΕΚΤ η νομισματική πολιτική το 2026 χαρακτηρίζεται από αυξημένη αβεβαιότητα, αλλά και από την ανάγκη διατήρησης υψηλού βαθμού ευελιξίας.

Οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις και οι διακυμάνσεις στις τιμές της ενέργειας έχουν καταστήσει πιο δύσκολη την πρόβλεψη της πορείας του πληθωρισμού και της οικονομικής δραστηριότητας.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα αξιολογήσει εάν οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας κινδυνεύουν να μεταδοθούν σε πληθωρισμό ευρείας βάσης και επίμονο, μέσω των προσδοκιών, της εξέλιξης των μισθών και του μηχανισμού καθορισμού των τιμών.

Η κατάλληλη απάντηση της νομισματικής πολιτικής θα εξαρτηθεί από τη φύση, το μέγεθος και τη διάρκεια του σοκ.

Εάν οι πιέσεις στο ενεργειακό κόστος αποδειχθούν βραχύβιες, το σοκ μπορεί να εξεταστεί.

Ωστόσο, εάν αποδειχθούν ισχυρότερες και πιο επίμονες, επηρεάζοντας τις μεσοπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες και τις μισθολογικές εξελίξεις, αναμένεται μια αυστηρότερη νομισματική πολιτική.

Ταυτόχρονα, η δημοσιονομική απάντηση θα έχει σημασία: στοχευμένα και προσωρινά μέτρα μπορούν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων του σοκ, ενώ ευρείας βάσης και μόνιμα μέτρα μπορεί να αυξήσουν τη ζήτηση και να παρεμποδίσουν τη νομισματική πολιτική.

Σε αυτό το φόντο, το ΕΚΤ αναμένεται να διατηρήσει την προσέγγισή της που εξαρτάται από τα δεδομένα, συνάντηση προς συνάντηση, ενώ θα είναι έτοιμη, εάν χρειάζεται, να προσαρμόσει τη στάση της.

Όσον αφορά τις προοπτικές για τον χρηματοπιστωτικό τομέα:

Η τραπεζική χρηματοδότηση αναμένεται να παραμείνει ανοδική, υποστηριζόμενη από την οικονομική ανάπτυξη, το σχετικά ευνοϊκότερο περιβάλλον επιτοκίων και τη συνεχή χρήση των κεφαλαίων της ΕΕ, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τη στεγαστική πίστη. Ωστόσο, η αυξημένη αβεβαιότητα και οι δυνητικά αυστηρότερες οικονομικές συνθήκες θα μπορούσαν να περιορίσουν αυτή τη δυναμική.

Οι καταθέσεις αναμένεται επίσης να συνεχίσουν να αυξάνονται, σε γενικές γραμμές μετά τις εξελίξεις στην οικονομία, την αγορά εργασίας και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Ωστόσο, τα πολύ χαμηλά επιτόκια των καταθέσεων τις καθιστούν λιγότερο ελκυστικές και ενισχύουν τη μετατόπιση των αποταμιεύσεων σε εναλλακτικές συμμετοχές.

Οι προοπτικές για τις τράπεζες παραμένουν θετικές, καθώς οι σταθερές επιδόσεις του 2025 δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας, της κερδοφορίας και της κεφαλαιακής τους βάσης. Ωστόσο, η τρέχουσα γεωπολιτική αβεβαιότητα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για το κόστος χρηματοδότησης, την ποιότητα του χαρτοφυλακίου δανείων και τη δυναμική της πιστωτικής ανάπτυξης.

Οι μακροοικονομικές προοπτικές που παρουσιάζονται παραπάνω υπόκεινται σε αβεβαιότητες και κινδύνους, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα σημαντικοί στην τρέχουσα συγκυρία.

Οι προβλέψεις για την ανάπτυξη για τη ζώνη του ευρώ περικλείονται από αυξημένους καθοδικούς κινδύνους, που αντικατοπτρίζουν την υψηλή διαρθρωτική της ευπάθεια σε ενεργειακούς κλυδωνισμούς.

Ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, η ζώνη του ευρώ επηρεάζεται δυσανάλογα από τις αυξήσεις στις διεθνείς τιμές ενέργειας, οι οποίες συμπιέζουν τα πραγματικά εισοδήματα, αυξάνουν το κόστος παραγωγής και μειώνουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις.

Ταυτόχρονα, ο αυξανόμενος προστατευτισμός και οι εμπορικές εντάσεις επιβαρύνουν τις εξαγωγές και επιδεινώνουν τις επιχειρηματικές προσδοκίες, ειδικά σε ένα περιβάλλον ήδη αδύναμης εξωτερικής ζήτησης.

Μια αυστηροποίηση των χρηματοοικονομικών συνθηκών ή μια απότομη ανατιμολόγηση του κινδύνου στις χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσε να επηρεάσει περαιτέρω την εγχώρια ζήτηση.

Όσον αφορά τον πληθωρισμό, οι κίνδυνοι είναι κυρίως ανοδικοί, καθώς οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας, ο αυξανόμενος προστατευτισμός και οι διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας θα μπορούσαν να διατηρήσουν τις πιέσεις στις τιμές για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Συνολικά, αυτή η αυξημένη αβεβαιότητα ενισχύει τις στασιμοπληθωριστικές πιέσεις και υποδηλώνει ένα περιβάλλον παρατεταμένης χαμηλής ανάπτυξης και επίμονου πληθωρισμού, ειδικά εάν τα σοκ από την πλευρά της προσφοράς αποδειχθούν ισχυρότερα και πιο επίμονα.

Αντίστοιχα, για την ελληνική οικονομία, το ισοζύγιο κινδύνων είναι σαφώς καθοδικό, αντανακλώντας κυρίως τις δυσμενείς εξελίξεις στο εξωτερικό περιβάλλον.

Οι πληθωριστικές πιέσεις είναι πιθανό να αποδειχθούν πιο επίμονες, λόγω της αύξησης των τιμών της ενέργειας, των πρώτων υλών και των μεταφορών, αλλά και λόγω των δευτερογενών επιπτώσεων στο κόστος εργασίας.

Αυτό θα επιβαρύνει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, θα αποδυναμώσει την κατανάλωση και θα επηρεάσει αρνητικά το οικονομικό κλίμα.

Ταυτόχρονα, η αβεβαιότητα και η επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών ενδέχεται να περιορίσουν την επενδυτική δραστηριότητα.

Στον εξωτερικό τομέα, η ελληνική οικονομία παραμένει πιο ευάλωτη, καθώς οι εξαγωγές του τουρισμού, των μεταφορών και των υπηρεσιών γενικότερα επηρεάζονται άμεσα από γεωπολιτικούς και εξωγενείς κραδασμούς.

Η υψηλή συγκέντρωση εξαγωγών σε περιορισμένο αριθμό τομέων συνεπάγεται ότι οι δυσμενείς εξελίξεις σε αυτούς τους τομείς μπορεί να έχουν δυσανάλογα μεγάλο αντίκτυπο στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Επιπλέον, οι εγχώριες προκλήσεις – όπως η στενότητα της αγοράς εργασίας, οι φυσικές καταστροφές και οι πιθανές καθυστερήσεις στην απορρόφηση ευρωπαϊκών κεφαλαίων – ενδέχεται να επηρεάσουν τη δυναμική ανάπτυξης της οικονομίας.

Παρά τους κινδύνους αυτούς, η ελληνική οικονομία παρουσιάζει σημαντικά χαρακτηριστικά ανθεκτικότητας, όπως ισχυρή δημοσιονομική θέση, υψηλά ταμειακά αποθέματα ασφαλείας, καλά κεφαλαιοποιημένες και ρευστοποιημένες τράπεζες, καθώς και υποστήριξη από ταμεία RRF.

Η ταχύτερη υλοποίηση των επενδύσεων και των μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω την ανθεκτικότητα της οικονομίας και να μετριάσει τις βραχυπρόθεσμες αρνητικές επιπτώσεις.

Η αύξηση των κινδύνων και η διεθνής αβεβαιότητα καθιστούν επιτακτική τη συνέχιση της συνεκτικής οικονομικής πολιτικής, με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας.

Αυτό απαιτεί ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στις επενδύσεις, τη χρήση πόρων RRF, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την πράσινη μετάβαση και την ενίσχυση της καινοτομίας και του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Η περαιτέρω βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας παραμένει ζωτικής σημασίας, μέσω συνεχών μεταρρυθμίσεων που περιορίζουν τη γραφειοκρατία, βελτιώνουν τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, επιταχύνουν την απόδοση δικαιοσύνης και ενισχύουν τον ανταγωνισμό στην αγορά.

Η μείωση του εξωτερικού ελλείμματος απαιτεί περαιτέρω διεύρυνση της εξαγωγικής βάσης, ανάπτυξη βιομηχανιών υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, ενίσχυση της παραγωγής αγαθών υψηλής τεχνολογίας και σταδιακή υποκατάσταση των εισαγωγών, όπου είναι εφικτό.

Η διατήρηση της ισχυρής δυναμικής του τουρισμού απαιτεί ποιοτική αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος, βελτιωμένες υποδομές, προώθηση νέων προορισμών και αντιμετώπιση των ελλείψεων εργατικού δυναμικού στον κλάδο.

Η χρηματοδότηση της ανάπτυξης απαιτεί περαιτέρω ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης, τόσο μέσω υψηλότερου τραπεζικού δανεισμού όσο και μέσω εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης από τις κεφαλαιαγορές, με στόχο τη βελτίωση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τη διοχέτευση των πόρων αποτελεσματικότερα σε επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Η επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης είναι μια κρίσιμη μεταρρύθμιση για την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Η ταχύτερη και πιο προβλέψιμη επίλυση διαφορών μπορεί να τονώσει την εμπιστοσύνη, να διευκολύνει την κατανομή των πόρων και να βελτιώσει την πρόσβαση στη χρηματοδότηση.

Η προώθηση της ενεργειακής μετάβασης είναι απαραίτητη τόσο για την ανταγωνιστικότητα όσο και για την ανθεκτικότητα, με έμφαση στις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δίκτυα, διασυνδέσεις και χωρητικότητα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και στην εξασφάλιση πιο προσιτής ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η κοινωνική πολιτική πρέπει να είναι καλύτερα στοχευμένη και πιο αποτελεσματική, εάν θέλει να υποστηρίξει αποτελεσματικά τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά και ταυτόχρονα να επενδύσει περισσότερο στην εκπαίδευση, την υγεία και τις δεξιότητες.

Η αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος απαιτεί πολιτικές που αυξάνουν την προσφορά στέγης, μέσω της καλύτερης αξιοποίησης του υπάρχοντος αποθέματος, της άρσης των διοικητικών φραγμών και ενός ολοκληρωμένου στρατηγικού πλαισίου στέγασης.

Στην αγορά εργασίας, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην αύξηση της συμμετοχής του εργατικού δυναμικού και στην αντιμετώπιση των ελλείψεων δεξιοτήτων, ιδίως μέσω δομών φροντίδας, κινήτρων για εργασία, τεχνικής εκπαίδευσης, δια βίου μάθησης και καλύτερης αντιστοίχισης προσφοράς και ζήτησης εργασίας.

Στη δημοσιονομική πολιτική, τυχόν πρόσθετα μέτρα στήριξης θα πρέπει να είναι στοχευμένα, προσωρινά και πλήρως συνεπή με τη δημοσιονομική βιωσιμότητα, ενώ θα συνεχιστούν οι προσπάθειες για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και τον εξορθολογισμό των φορολογικών δαπανών.

Τέλος, η αντιμετώπιση των δυσμενών δημογραφικών στοιχείων της χώρας αποτελεί εθνική προτεραιότητα, καθώς επηρεάζει άμεσα τόσο το μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό όσο και την προσφορά εργασίας. Αυτό απαιτεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο στήριξης της οικογένειας, επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο, βελτιωμένη οικονομική προσιτότητα στέγασης και πολιτικές για τη διευκόλυνση της «ανάκτησης εγκεφάλου».

Συνοψίζοντας, οι τρέχουσες διεθνείς αναταραχές δεν αποτελούν απειλή μόνο Ευρώπηαλλά και ένα ξεκάθαρο σήμα αφύπνισης. Υπό αυτό το πρίσμα, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ζώνης του ευρώ απαιτεί επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και αποτελεσματικότερο συντονισμό των κοινών πολιτικών.

Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ είναι πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για την αντιμετώπιση των αυξανόμενων προκλήσεων.

Η ΕΕ πρέπει να ακολουθήσει μια συνεκτική στρατηγική που κλείνει το χάσμα καινοτομίας έναντι των ανταγωνιστών της, επιταχύνει την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση και ενισχύει τη βιομηχανική της βάση.

Ολοκληρώνοντας το Τραπεζική Ένωση και να σημειώσει πρόοδο προς μια πλήρως ανεπτυγμένη Ένωση Ταμιευτηρίου και Επενδύσεων μπορεί να διευκολύνει τη διασυνοριακή κατανομή κεφαλαίων και να ενισχύσει τη χρηματοδότηση επενδύσεων μεγάλης κλίμακας.

Ταυτόχρονα, μια συνεκτική στρατηγική για α Δημοσιονομική Ένωση και η ανάπτυξη κοινών ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών μέσων, όπως η έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους για τη χρηματοδότηση κοινών αναγκών σε άμυνα, πράσινη ενέργεια και νέες τεχνολογίες, θα μπορούσε να ενισχύσει τον διεθνή ρόλο του ευρώ, να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής πολιτικής και να μειώσει τον κατακερματισμό της αγοράς.

Συνολικά, η επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι ζωτικής σημασίας όχι μόνο για τη στήριξη των επενδύσεων και την ενίσχυση της μακροοικονομικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ, αλλά και για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας, της ανταγωνιστικότητας, της συνοχής και της αποτελεσματικότητας της ενιαίας νομισματικής πολιτικής.

Επιτρέψτε μου να ολοκληρώσω τονίζοντας ότι, σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας, η πολιτική σταθερότητα είναι βασικός πυλώνας της οικονομικής ανθεκτικότητας.

Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι η πολιτική σταθερότητα και ένα προβλέψιμο θεσμικό περιβάλλον είναι απαραίτητα για τη διατήρηση της μακροοικονομικής ισορροπίας και για την αποτελεσματική διαχείριση των εξωγενών κρίσεων.

Σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενες νέες αβεβαιότητες, η εφαρμογή των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων είναι το κλειδί για την αύξηση της ευημερίας.

Τα οφέλη των μεταρρυθμίσεων είναι πλέον ορατά και μετρήσιμα, τόσο όσον αφορά τις επιδόσεις της οικονομίας όσο και τη σαφή βελτίωση της αξιοπιστίας της χώρας.

Η διατήρηση της πολιτικής δέσμευσης για την εφαρμογή αξιόπιστων μεταρρυθμιστικών πολιτικών είναι το κλειδί για τη μετατροπή των κρίσεων σε ευκαιρίες και την παροχή μιας σύγχρονης, βιώσιμης, εξωστρεφούς και ανταγωνιστικής οικονομίας.