ΑΘΗΝΑ – Η Ελλάδα αντιμετώπισε το σοκ από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή με ενισχυμένη δημοσιονομική βιωσιμότητα και χρηματοπιστωτική σταθερότητα, αναφέρει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην τελική του δήλωση μετά τη διαβούλευση για το άρθρο IV.
Το ΔΝΤ σημείωσε ότι η ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του πλαισίου της ΕΕ επόμενης γενιάς (Recovery and Resilience Facility) υποστηρίζουν την ανάπτυξη έναντι των επιπτώσεων του πολέμου, προβλέποντας οικονομική ανάπτυξη στο 1,8% το 2026.
Οι μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής έχουν δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο για την κυβέρνηση να εφαρμόσει μέτρα στήριξης του εισοδήματος των νοικοκυριών, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους.
Έκθεση του ΔΝΤ
Η Ελλάδα αντιμετώπισε το σοκ από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή με ενισχυμένη δημοσιονομική βιωσιμότητα και χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Ο σωστός συνδυασμός μακροοικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής θα συμβάλει στη διατήρηση της μακροοικονομικής σταθερότητας και θα προωθήσει την ισορροπημένη και βιώσιμη ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα.
Οι φιλόδοξες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, μαζί με την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς της ΕΕ, θα υποστήριζαν την ανάπτυξη βιώσιμα σε υψηλό επίπεδο και θα μείωναν το επίμονο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Το σοκ στις τιμές της ενέργειας από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή αποτελεί σημαντικό αντίθετο άνεμο, αλλά οι ισχυρές επενδύσεις και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο της ΕΕ Επόμενης Γενιάς (NGEU) υποστηρίζουν την ανάπτυξη. Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις για τη μείωση της φοροδιαφυγής διεύρυναν τη φορολογική βάση και μείωσαν την παρατυπία, δημιουργώντας χώρο για τη στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους. Το Πρόγραμμα Αξιολόγησης του Χρηματοοικονομικού Τομέα του 2026 (FSAP) – το πρώτο από το 2006 – διαπιστώνει ότι οι συστημικοί κίνδυνοι στον χρηματοπιστωτικό τομέα ήταν χαμηλοί πριν από τον πόλεμο και παραμένουν διαχειρίσιμοι.
Η αύξηση του ΑΕΠ προβλέπεται να αμβλυνθεί στο 1,8 τοις εκατό το 2026. Ενώ υποστηρίζεται από υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις και μέτρα στήριξης των νοικοκυριών, οι αυξημένες τιμές της ενέργειας και η ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση που προκύπτει από τον πόλεμο θα επιβαρύνουν την ιδιωτική κατανάλωση και τον τουρισμό. Μεσοπρόθεσμα, η ανάπτυξη προβλέπεται να μειωθεί στο 1½ τοις εκατό στο πλαίσιο της μείωσης του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας με χαμηλή συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό και υποτονική αύξηση της παραγωγικότητας.
Οι κίνδυνοι κλίνουν προς τα κάτω, ιδίως λόγω ενός παρατεταμένου πολέμου, της κλιμάκωσης των γεωπολιτικών εντάσεων και του κατακερματισμού του εμπορίου, ενώ οι εγχώριοι κίνδυνοι περιλαμβάνουν καθυστερήσεις στην εκτέλεση έργων που χρηματοδοτούνται από την NGEU. Ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό προκύπτουν από περαιτέρω αυξήσεις στις τιμές των βασικών εμπορευμάτων, την αύξηση των μισθών που ξεπερνά την παραγωγικότητα της εργασίας και το υψηλότερο κόστος που σχετίζεται με τις κλιματικές κρίσεις.






